Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /iˈɣle.sja/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
iglesia iglesias

iglesia (es) (ιγλέσια) θηλυκό