Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Ήχος 
hale (πληθυντικός) 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hala (pl) θηλυκό

  1. η μεγάλη αίθουσα
    Συνώνυμα sala
  2. κτήριο που περιέχει σαν κύριο χώρο μία μεγάλη αίθουσα
  3. βοσκότοπος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία