Προφορά

επεξεργασία
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
gré grés

gré (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η ευγνωμοσύνη
  2. το γούστο, η γνώμη, η θέληση

Εκφράσεις

επεξεργασία