Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

fortissimo < (άμεσο δάνειο) ιταλική fortissimo

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

fortissimo (fr)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
fortissimo fortissimos
και fortissimi

fortissimo (fr) αρσενικό

  • το μέρος ενός μουσικού κομματιού που παίζεται φορτίσιμο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία



Ιταλικά (it) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

fortissimo, υπερθετικός βαθμός του forte + -issimo

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

fortissimo (it)

  1. πολύ δυνατά
  2. (μουσική) φορτίσιμο, πολύ δυνατά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία