Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

economic (en)

  1. οικονομικός, σχετικός με την οικονομία μιας χώρας ή τη διαχείριση των οικονομικών ενός ατόμου
  2. οικονομικός, που κάνει οικονομία, δεν κάνει σπατάλες
     συνώνυμα: economical

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία