Ετυμολογία

επεξεργασία
déduction < λατινική deductio

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /de.dyk.sjɔ̃/

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
déduction déductions

déduction (fr) θηλυκό

  1. η αφαίρεση
  2. η επαγωγή
  3. η συνεπαγωγή
  4. (λογική) η παραγωγή
  5. η απαγωγή

Συγγενικά

επεξεργασία
  • → δείτε τη λέξη déduire