Δείτε επίσης: Chef

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

chef < λατινική caput

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʃɛf/
chef 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
chef chefs

chef (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η κεφαλή
  2. ο αρχηγός
  3. ο σεφ

ΕκφράσειςΕπεξεργασία