Ετυμολογία

επεξεργασία
carpette < (άμεσο δάνειο) αγγλική carp(et)  + υποκοριστικό επίθημα -ette < παλαιά γαλλική carpite < παλαιά ιταλική carpita < λατινική carpo
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: καρπέτα

  Ουσιαστικό

επεξεργασία
      ενικός         πληθυντικός  
carpette carpettes

carpette (fr) θηλυκό

  1. (υποκοριστικό) το χαλάκι
  2. η καρπέτα