Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

brechen 

  ΡήμαΕπεξεργασία

brechen (de) (παρατατικός: brach, μετοχή παρακειμένου: gebrochen)

  1. σπάζω στερεό αντικείμενο
    das Glas brechen - σπάζω το γυαλί
  2. βάζω τέλος σε μία σταθερή κατάσταση
    das Schweigen brechen - σπάζω τη σιωπή
  3. αθετώ π.χ. υπόσχεση
    das Versprechen brechen - αθετώ την υπόσχεση
  4. καταρρίπτω
    einen Rekord brechen - καταρρίπτω ένα ρεκόρ
  5. παραβαίνω, καταπατώ π.χ. όρκο (Eid brechen)
    die Strafe für diejenigen, die den Eid brechen, ist schwer - η ποινή για όσους παραβαίνουν τον όρκο, είναι βαριά

ΣύνθεταΕπεξεργασία