Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bottleneck < bottle + neck

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bottleneck (en)

  1. μποτιλιάρισμα στην κυκλοφορία, σε δρόμο
  2. (δίκτυο υπολογιστών) συμφόρηση, σημείο συμφόρησης σε δίκτυο[1]

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. από αναζήτηση «bottleneck» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.