Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

bon vivant < bon (καλός) + vivant (ζωντανός, ζωηρός, κεφάτος)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

bon vivant (fr) αρσενικό