Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία enΕπεξεργασία

λατινικά apex < λατινικά apere, apō

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/ˈeɪpɛks/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

apex (en) ενικός (apices ή apexes πληθυντικός)