Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

aligné < aligner

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό aligné alignés
θηλυκό alignée alignées

aligné (fr)

  1. ευθυγραμμισμένος
     συνώνυμα: rectiligne
  2. (πολιτική) που ακολουθεί τις γενικές κατευθύνσεις του κόμματός του
     αντώνυμα: non-aligné