ενικός         πληθυντικός  
achievement achievements

  Ετυμολογία

επεξεργασία
achievement < achieve + -ment

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

achievement (en)

  1. η επίτευξη, η ολοκλήρωση
  2. το επίτευγμα, το κατόρθωμα