Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

accomplice < μέση αγγλική accomplice < a + complice

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

accomplice (en)

  1. συνεργάτης
  2. συμμέτοχος σε ένα αδίκημα, συνεργός
    George was an accomplice with John in this crime

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία