Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

accessory < μεσοαγγλική accessorie < λατινική accessorius < accessor < accessus

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

accessory (en)

  1. το εξάρτημα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

accessory (en)

  1. δευτερεύων