Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /əˈbɹiːvieɪtɪd/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /əˈbriːvɪeɪtɪd/ (ΗΠΑ)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

abbreviated (en)

  1. συντομευμένος
    συνώνυμα: shortened
  2. συντομευμένο έργο (βιβλίο, σύνθεση)
    συνώνυμα: abridged

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

abbreviated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος abbreviate