Δείτε επίσης: osm

Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈəʊ ˈɛs ˈɛm/

  ΣυντομομορφήΕπεξεργασία

OSM (en) αρκτικόλεξο

  1. (διαδίκτυο) αρχικά των λέξεων Οpen Street Map για τη διαδικτυακή πλατφόρμα OpenStreetMap
    The OSM provides geographic data for maps.
    Το OSM παρέχει γεωγραφικά δεδομένα για χάρτες.
    OSM στην αγγλική Βικιπαίδεια  
  2. γραφή με κεφαλαία του osm!! (διαδικτυακή αργκό)