Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

IRL < In Real Life

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

IRL (en) αρκτικόλεξο

  1. (πληροφορική) στην πραγματική ζωή, δηλαδή με αληθινές συναντήσεις, όχι εικονικές όπως αυτές απαντούν στο διαδίκτυο

ΑντώνυμαΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

IRL < αγγλική

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

IRL (fr)

  1. (πληροφορική) στην πραγματική ζωή (δείτε τον ορισμό του αγγλικού λήμματος)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία