Ετυμολογία

επεξεργασία
-ster < (κληρονομημένο) μέση αγγλική -ster, -estere < (κληρονομημένο) αγγλοσαξονική -estre ‎(θηλυκή εκδοχή της κατάληξης “-ster”), < πρωτογερμανική *-istrijǭ, *-astrijǭ, < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-is-ter- ‎(κατάληξη). Συγγενή: παλαιά άνω γερμανικά ‑astria, μέση κάτω γερμανική ‑ester, ολλανδικά ‑ster.

  Επίθημα

επεξεργασία

-ster (en)
επίθημα ουσιαστικών που δηλώνει

  1. κάποιον που είναι, ή έχει σχέση με κάτι
    spin (κλώθω) > spinster (γεροντοκόρη, αυτή που δεν έχει άλλο να κάνει, παρά να κλώθει)
  2. υποκοριστικό ονομάτων (συχνά και μειωτικό)
    Bob (χαϊδευτικό του Robert) > Bobster