Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

αμάρτυρος υποθετικός τύπος, λέξη που δεν σώζεται σε κείμενα
αλλά σε σύνθετες λέξεις ή σε γραμματικούς τύπους ή σε σχόλια γραμματικών
- μπροστά από τη λέξη σημειώνεται πάντα ένας αστερίσκος -
 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

*εἴκω < λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

*εἴκω

  1. ενδίδω
  2. υποχωρώ, αποσύρομαι είτε από μάχη, είτε προς ένδειξη τιμής
  3. μοιάζω, φαίνομαι

ΣύνθεταΕπεξεργασία

εὔεικτος

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • για τον αμάρτυρο ενεστώτα *εἴκω → δείτε τη λέξη ἔοικα

  ΠηγέςΕπεξεργασία