Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕστερον < αρχαία ελληνική ὕστερον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕστερον

  1. πολυτονική γραφή της λέξης ύστερο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ὕστερον

  1. (καθαρεύουσα) ύστερα



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕστερον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕστερον ουδέτερο

  1. ύστερο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ὕστερον

  1. ύστερα