Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄγυρις < από μεταπτωτική βαθμίδα του ἀγείρω. Σε σύνθεση: -ήγυρις με έκταση του αρκτικού ⟨ἀ⟩

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἄγυρις θηλυκό (γενική: ἀγύριος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία