Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγανακτέω < υφίστανται τρεις απόψεις ετυμολογίας
  1. επίρρημα ἄγαν + ἀκτός (εκ του ἄγω)
  2. επίρρημα ἄγαν + ἄχθομαι
  3. επίρρημα ἄγαν + ἐνεγκεῖν (<φέρω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας ἀγανακτῶ
Παρατατικός ἠγανάκτουν
Μέλλοντας ἀγανακτήσω
Αόριστος ἠγανάκτησα
Παρακείμενος ἠγανάκτηκα
Υπερσυντέλικος ἠγανακτήκειν
Συντελ.Μέλλ. ἠγανακτηκώς ἒσομαι


ἀγανακτέω και συνηρημένο ἀγανακτῶ

  1. (αρχικά) νιώθω ανατριχίλα από το κρύο ή γενικά ερεθισμό και ίσως ήπιο, αλλά ενοχλητικό πόνο
  2. αγανακτώ, εκνευρίζομαι, θυμώνω, εξοργίζομαι με κάτι ή με κάποιον
  3. οι μέσοι τύποι (μεταγενέστεροι) φέρονται με ενεργητική σημασία π.χ. ἀγανακτησάμενος: εκείνος που αγανάκτησε, ἠγανάκτηνται : που είχαν αγανακτήσει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • οι μέσοι και παθητικοί τύποι που παρουσιάζονται θεωρούνται μεταγενέστεροι, που σημαίνει ότι στην αρχαιότητα η χρήση του ρήματος ήταν μόνο στην ενεργητική φωνή, απαντάται σε κείμενα του Πλάτωνα (Γοργίας 511β) και του Δημοσθένη (21, 108).