Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψάχνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ψάχνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ψάχνομαι, πρτ.: ψαχνόμουν, στ.μέλλ.: θα ψαχτώ, αόρ.: ψάχτηκα, μτχ.π.π.: ψαγμένος

  1. ψάχνω να βρω κάτι πάνω μου, πχ. στις τσέπες μου
  2. (οικείο) αναζητώ το δρόμο μου στη ζωή
  3. (οικείο) είμαι σε φάση αναζήτησης, ιδιαίτερα ερωτικού συντρόφου

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία