Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταυτοποιώ < ταυτο- + -ποιώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ταυτοποιώ (παθητική φωνή: ταυτοποιούμαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία