Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέρπω < αρχαία ελληνική τέρπω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τέρπω, πρτ.: έτερπα, στ.μέλλ.: θα τέρψω, αόρ.: έτερψα, παθ.φωνή: τέρπομαι

  1. διασκεδάζω, ευχαριστώ (κυρίως αισθητικά)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία