Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σώπα < → λείπει η ετυμολογία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

σώπα

  1. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος σωπαίνω
  2. (ειδικότερα) μη μου το λες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία