Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύγχρονα < συγχρόνως

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

σύγχρονα

  1. μη δόκιμο επίρρημα που σημαίνει ταυτόχρονα ή συγχρόνως
  • Σύγχρονα με το δικό σου σπίτι αχρηστεύτηκε και της Δέσποινας και του Αλέκου. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

σύγχρονα