Ετυμολογία 1

επεξεργασία
συμπάρειμι < σύν + παρά + εἰμί "είμαι"

συμπάρειμι

  1. παρευρίσκομαι
  2. παραστέκω

  Ετυμολογία 2

επεξεργασία
συμπάρειμι < σύν + παρά + εἶμι "πηγαίνω" ή "έρχομαι"

συμπάρειμι

  1. πορεύομαι μαζί
  2. προσέρχομαι

  Αναφορές

επεξεργασία