Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπαταλώ < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

σπαταλώ

  1. ξοδεύω ένα υπερβολικό ποσό χρημάτων ή άλλων πόρων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία