Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαρδαμύσσω < αρχαία ελληνική σκαρδαμύσσω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκαρδαμύσσω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαρδαμύσσω < σκαίρω + μύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκαρδαμύσσω (& αττικός τύποςσκαρδαμύττω)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία