Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρουθουνίζω < ρουθούνι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾu.θu.ˈni.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ρουθουνίζω, πρτ.: ρουθούνιζα, στ.μέλλ.: θα ρουθουνίσω, αόρ.: ρουθούνισα

  1. εισπνέω και ξεφυσώ αέρα από τα ρουθούνια με θόρυβο

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία