Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσιτά < προσιτός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

προσιτά

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

προσιτά