Ετυμολογία

επεξεργασία
μεσόθυρον < μεσό- + θύρ(α) (πόρτα, πύλη) + -ον

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

μεσόθυρον ουδέτερο

Συγγενικά

επεξεργασία

Σημειώσεις

επεξεργασία