Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαστάζω ( & μασάομαι)

  1. άλλη μορφή του μασάομαι-μασῶμαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη μασάομαι