Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική μαΐστωρ μαΐστορες
Γενική μαΐστορος μαϊστόρων
Δοτική μαΐστορι μαΐστορσι
Αιτιατική μαΐστορα μαΐστορας
Κλητική μαΐστορ μαΐστορες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαΐστωρ < λατινική magister < magis + -ter < magnus < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *maǵ- ή *meǵh₂-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαΐστωρ αρσενικό

  1. δάσκαλος
  2. βυζαντινός αξιωματούχος
  3. στρατιωτικός διοικητής
  4. επιδέξιος τεχνίτης

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία