Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάλλον < αρχαία ελληνική μᾶλλον, συγκριτικός βαθμός του μάλα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈma.lɔn/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μάλλον

  1. πιθανότατα
  2. χρησιμοποιείται και για να προσδώσει ένα βαθμό αβεβαιότητας σε μια απόφανση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία