Ετυμολογία

επεξεργασία

πιθανότατα < από τον αδόκιμο πληθ. ουδετέρου υπερθετικού βαθμού του επιθέτου < πιθανός

  Επίρρημα

επεξεργασία

πιθανότατα

  • κατά πάσα πιθανότητα, το πιθανότερο από όλα είναι να... ή ότι θα...
    -Θα επανεκλεγεί; -Πιθανότατα. (Δηλαδή, μάλλον ναι)

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία