Ετυμολογία

επεξεργασία
λούννω < → δείτε  αρχαία ελληνική λούω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈlu.nːo/

λούννω (παθητική φωνή: λούννουμαι)

  1. (κυπριακά) (μεταβατικό) πλένω κάτι έμψυχο, κυρίως άνθρωπο ή ζώο
  2. (κυπριακά) (μεταβατικό) (μεταφορικά) βρέχω πάρα πολύ κάποιον, μουσκεύω κάποιον
  • (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)