Ετυμολογία

επεξεργασία
κουτρουλεύω < κουτρουλ(ης) + -εύω

κουτρουλεύω

  • κάνω μία γυναίκα να κουρευτεί επειδή έγινε χήρα
    ※  16ος αιώνας, Ιωάννης Πικατόρος Ρίμα θρηνητική Εἰς τὸν πικρὸν καὶ ἀκόρεστον Ἅδην, στίχος 319 (στίχοι 318-319)
    • καὶ τὲς μανάδες θλίβω τες, τὲς ὕπανδρες χηρεύω,
      βάνω τους μαῦρες φορεσιὲς κι ὅλες τὲς κουτρουλλεύω.
      Κριαράς Εμμανουήλ, Η «Ρίμα θρηνητική» του Ιωάννου Πικατόρου, Ακαδημία Αθηνών, Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου Β' (1942), σελ. 29
    • καὶ ταῖς μανάδες θλίβει ταῖς, ταῖς ὕπανδραις χηρεύει,
      βάνει τους μαύραις φορεσιαῖς κι ὅλαις ταις κουτρουλεύει.
      Carmina Graeca medii aevi. Λειψία, Γερμανία: B. G. Teubner, εκδότης: Wilhelm Wagner, 1874, σελ. 233-234 @books.google.gr

Ρηματικοί τύποι

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία