Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική κείμενος κείμενη κείμενο
γενική κείμενου κείμενης κείμενου
αιτιατική κείμενο κείμενη κείμενο
κλητική κείμενε κείμενη κείμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κείμενοι κείμενες κείμενα
γενική κείμενων κείμενων κείμενων
αιτιατική κείμενους κείμενες κείμενα
κλητική κείμενοι κείμενες κείμενα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κείμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κείμαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

κείμενος, -η, -ο

  1. που κείται, που βρίσκεται
    στους περιμετρικά κείμενους λόφους υπάρχουν διάσπαρτα αρχαιολογικά ευρήματα
  2. (νομικός όρος) που βρίσκεται σε ισχύ, που ισχύει
    κείμενη νομοθετική διάταξη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία