Ετυμολογία

επεξεργασία
καταλιμπάνω < κατα- + λιμπάνω

καταλιμπάνω άλλη μορφή του καταλείπω

  • αφήνω, εγκαταλείπω
    ※  5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 8, 17.1
    Χαλκιδεὺς δὲ καὶ Ἀλκιβιάδης ὡς κατεδίωξαν ἐς Σάμον Στρομβιχίδην, ἐκ μὲν τῶν ἐκ Πελοποννήσου νεῶν τοὺς ναύτας ὁπλίσαντες ἐν Χίῳ καταλιμπάνουσιν, ἀντιπληρώσαντες δὲ ταύτας τε ἐκ Χίου καὶ ἄλλας εἴκοσιν ἔπλεον ἐς Μίλητον ὡς ἀποστήσοντες·
    Ο Χαλκιδεύς και ο Αλκιβιάδης, αφού καταδίωξαν τον Στρομβιχίδη έως την Σάμο, όπλισαν τα πληρώματα των πελοποννησιακών καραβιών και τούς άφησαν να φρουρούν την Χίο. Τα επάνδρωσαν με Χίους, ετοίμασαν άλλα είκοσι καράβια και ξεκίνησαν για την Μίλητο για να την παρασύρουν ν᾽ αποστατήσει.
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greek‑language.gr
    ※  5ος πκε αιώνας Ἱπποκράτης, Γυναικεῖα, (De muliebribus), 1.78, p.188 @scaife.perseus
    κρόκον τρίψας ἐπίχεε χηνὸς ἔλαιον, καὶ διηθήσας, ἔγχεε ἐς τὰς μήτρας, καὶ καταλίμπανε ὡς πλεῖστον χρόνον.

Συνώνυμα

επεξεργασία