Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν τινι μέτρω[1] < (καθαρεύουσα) ἐν, τινί (> ἔν τινι) μέτρῳ (δοτική ενικού του τίς και του μέτρον) → δείτε τις λέξεις εν, τις και μέτρο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛn ti.ni ˈmɛ.tɾɔ/

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν τινι μέτρω

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Η έκφραση αποτελεί απολίθωμα της αρχαΐζουσας και προφέρεται με τόνο στο αρχικό εν, από έγκλιση του τόνου της αόριστης αντωνυμίας τινι. Σε πολλές περιπτώσεις βλέπουμε να δηλώνεται αυτός ο τόνος και στη γραφή (έν τινι μέτρω). Συναντάται επίσης και η γραφή εν τινί μέτρω που αγνοεί ηθελημένα την έγκλιση, παραβιάζοντας όμως έτσι τους κανόνες τονισμού των εγκλιτικών.
  • Δεν πρέπει να συγχέεται η έκφραση αυτή με την (πολύ σπανιότερη) αρχαΐζουσα έκφραση εν τίνι μέτρω; (σε ποιο βαθμό;), όπου χρησιμοποιείται η ερωτηματική αντωνυμία και όχι η αόριστη.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «μέτρο» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.