Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

εκμισθώσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκμισθώνω
  2. θα εκμισθώσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκμισθώνω

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

εκμισθώσεις θηλυκό

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του εκμίσθωση