Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δῶμα < δέμω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δῶμα ουδέτερο

  1. σπίτι, κατοικία θεών ή ανθρώπων
  2. το κεντρικό δωμάτιο του μεγάρου, εκεί που βρισκόταν η εστία
  3. νοικοκυριό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία