Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διατίθημι < διά + τίθημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

διατίθημι, μέση φωνή: διατίθεμαι

  1. θέτω χωριστά, διευθετώ, τακτοποιώ, κυβερνώ, διαχειρίζομαι, διαθέτω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία