Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαστρι- < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική γαστρι- < γαστήρ, γαστρ-(ός) + συνδετικό ένθημα -ι-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

γαστρι- & γαστρί-

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαστρι- < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική γαστρι- < γαστήρ, γαστρ-(ός) + συνδετικό ένθημα -ι-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

γαστρι-

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαστρι- < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική γαστρι- < γαστήρ, γαστρ-(ός) + συνδετικό ένθημα -ι-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

γαστρι- & γαστρί-

ΣύνθεταΕπεξεργασία