Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

  Ρηματικός τύπος επεξεργασία

αρχειοθετήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αρχειοθετώ
  2. θα αρχειοθετήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αρχειοθετώ

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικού επεξεργασία

αρχειοθετήσεις θηλυκό

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αρχειοθέτηση