Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποδιδράσκω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποδιδράσκω

  1. δραπετεύω από φυλακή ή άλλο μέρος όπου κρατούμαι



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία